ThinkstockPhotos-468957232-640x213

Καθόταν στον καναπέ αμήχανος… οι σκέψεις πλημύριζαν το μυαλό του αλλά με μια θαρρείς κίνηση τις άδειαζε και τις πετούσε στα βάθη της θάλασσας. Πλέον τίποτε δεν τον ένοιαζε, ούτε καν αυτές οι σκέψεις, αυτές οι δεύτερες ματιές στην πεζή του πραγματικότητα. Σκεφτόταν να ανάψει ένα τσιγάρο και να ρίξει τις στάχτες κάτω, ή ακόμη χειρότερο να βάλει τα βρωμοπόδαρά του στο τραπεζάκι του σαλονιού, κάτι να την εκνευρίσει να σπάσει αυτή πρώτη και να του δώσει την αφορμή… Χρόνια τώρα οι αιτίες υπήρχαν… και οι αφορμές από καιρόν εις καιρόν εμφανίζονταν έξαφνα εν αιθρία, εκεί που δεν τις περίμεναν. Ίσως αυτό να ήταν εκείνο που τους γλύτωνε την ύστατη τελευταία στιγμή, το γεγονός ότι οι αφορμές τους έπιαναν κάπως απροετοίμαστους.

Κάποτε παρουσίαζε ως δικαιολογία τα παιδιά, το αθώο τους χαμόγελο, τα αγνά τους χέρια, όμως πέρασε κι αυτό· βλέπεις ο χρόνος είναι αμείλικτος, ακόμη κι εκείνα που σε κάνουν να θέλεις να βρεις να πιαστείς μαραίνονται… Στην πραγματικότητα είχαν κι οι δυό βολευτεί με το να φορτώνουν στον άλλον τη δική τους μιζέρια. Τη δική τους αδράνεια κι απραξία. Έκρυβαν κάτω από το χαλί το βόλεμα που τους συνέφερε υποσυνείδητα, εκείνο που είναι πάντοτε ο κινητήριος μοχλός, η μόνη σταθερά πάνω στη γή… Η συνήθεια, το βόλεμα, η έλλειψη κάθε διάθεσης για δράση.

Από το να κινητοποιηθούν και να σωθούν ή να σώσουν, προτιμούσαν το τέλμα. Ήταν λοιπόν ένα βολικό τέλμα. Ακόμη και τα όνειρά τους είχαν βαρεθεί. Πόσες ταινίες δεν είχε παίξει στο μυαλό του με κάποια προηγούμενη κατάσταση της ζωής του. Πόσα λάθη που τώρα στον νου του δεν θα τα είχε κάνει και σχεδόν να δεις ναι, θα τον είχαν σίγουρα βγάλει στην ευτυχία. Και θα τον έβλεπαν σήμερα και θα τον θαύμαζαν. Στην πραγματικότητα είχε ενσυναίσθηση, πως η ζωή του καραδοκούσε σε κάθε γωνία για να κάνει λάθος, πως η μοίρα του είχε παίξει τόσες φορές παιχνίδι, ένα παιχνίδι που του είχε φέρει όλα εκείνα που σήμερα ξεθώριαζαν στην ψυχή του, αλλά που κάποτε τον είχαν κάνει να αισθάνεται όμορφα.

Όταν ξέφευγε από την ονειροπαγίδα του, αναπωλούσε στιγμές από το παρελθόν του. Πόσες φορές δεν τις είχε βαφτίσει ευτυχισμένες εκείνες τις παλιές του στιγμές. Βλέπεις η μνήμη του αδυνάτιζε τα σιχτίρια που έριχνε τότε, αλλά που ήταν νέος και αισιόδοξος και προσέβλεπε σε ένα καλύτερο μέλλον… Καμιά φορά εκείνες οι φευγαλαίες κρυφές στιγμές ευτυχίας που αναπωλούσε τον έφερναν και στην δική της πόρτα. Εκείνης που τώρα αναζητούσε την αφορμή αλλά δεν τολμούσε να βρει… Μα στ’ αλήθεια είχαν περάσει τόσο όμορφα μαζί? Θυμόταν ακόμη το φεγγάρι να λούζει στο φως το πρόσωπό της, εκείνη να τον κοιτάζει με ένα βλέμμα που ίσως από τότε να είχε να το δει…

Που πήγαν όλα αυτά? Στο βυθό της θάλασσας, όπως οι σκέψεις του. Σε κάποια άβυσσο του νου. Του ήρθε αυθόρμητα μια βλαστήμια, αλλά δεν έψαχνε πια γι’ αφορμή… Πήρε βιαστικά το σακκάκι του.
«Πάω για τσιγάρα θες κάτι?» είπε με τόνο αδιάφορο. Απάντηση δεν πήρε και βρόντηξε την πόρτα πίσω του… Μιαν ύστατη αφορμή…

cinema-paradiso

Οι σινεμάδες τότε γέμιζαν… νεολαία να δουν τα μάτια σου. Δεν είχαν και τίποτε άλλο να κάνουν άλλωστε. Οι περισσότεροι έρχονταν από τα χωριά με τα ποδήλατα, εκείνα τα παλιά τύπου Βίσμαρκ, σκέτο σίδερο τα άτιμα. Για κάποιο λόγο που σήμερα δεν μπορώ να εξηγήσω, μόλις τα κλείδωναν έπαιρναν μαζί τους τις τρόμπες για να μην τους τις κλέψουν. Μέσα στον κινηματογράφο, κατά τη διάρκεια της ταινίας συχνά ξεφυσούσαν τις τρόμπες βάζοντας το δάκτυλο μπροστά, ώστε να κάνουν δυνατά φσσστ φσσστ και να αντηχούν ενοχλητικά στην αίθουσα… Η παλαιότερη σκηνή που θυμάμαι ήταν με τον Νίκο Ξανθόπουλο. Από εκείνες τις ταινίες που στη λαϊκή και φθηνότερη παράσταση, ο κινηματογράφος γέμιζε και με ορθίους. Στη σκηνή που θυμάμαι, η πρωταγωνίστρια, διπλο-τριπλο-τυρρανισμένη, προς το τέλος της ταινίας απευθύνεται στο «παιδί του λαού» και του λέει:

-«Εγώ είμαι μια ασήμαντη… Εσύ τώρα που έγινες μεγάλος και τρανός, σε μένα θα γυρίσεις να ρίξεις τα μάτια σου»…
(ενοχικό από τώρα πριν τον παντρευτεί η άτιμη… καλά δασκαλεμένη θα έλεγα για το ρόλο της μέγαιρας συζύγου, ψυχαναγκαστικής μητέρας και τυρρανικής πενθεράς).

Ο πρωταγωνιστής που μεγάλωσε στις λάσπες, παιδικός της φίλος, αλλά μετά έγινε διάσημος τραγουδιστής και πλούσιος, «μπήκε στα σαλόνια» δηλαδή, την αρπάζει με τα δυό του χέρια και την κοιτάει στα μάτια…
(το κοινό βρισκόταν σε έκσταση. Περίμενε τη σωστή αντίδραση του πρωταγωνιστή, αλλά δεν ήταν και σίγουρο… πόσους και πόσους δεν θα είχε γνωρίσει, που ανέβηκαν τα σκαλοπάτια της κοινωνίας και είχαν γίνει καθίκια…)

Λοιπόν ο Νίκος, την αρπάζει με τα δυό του χέρια την κοιτάζει και της λέει σίγουρος και δυνατός:
«Τι λες μωρέ μάτια μου!»
Δεν θυμάμαι την υπόλοιπη σκηνή, αν την αγκάλιασε κλπ, διότι το κοινό, ωσάν λαϊκό δικαστήριο, σαν μιαν άλλην Ηλιαία της Αρχαίας Ελλάδας, ζητωκραύγαζε…
«Μπράβο ρε Μεγάλε» «Έτσι ρε πούστη μου!». Η νεολέρα που ήταν κυρίως όρθιοι, ξέφρενα τρομπάριζαν και η αίθουσα γέμισε με ένα εκκωφαντικό φσσστ φσσστ…

Για άλλη μια φορά είχαν νικήσει οι καλοί. Άλλωστε, αυτοί μόνο στον κινηματογράφο νικούσαν, ο κόσμος το ήξερε… Έξω στην πραγματικότητα νικούσαν πάντοτε παραδοσιακά οι ρουφιάνοι, οι δωσίλογοι και τα καθίκια. Έτσι ο απλός κόσμος, έπαιρνε τουλάχιστον την εκδίκησή του στην αίθουσα… Ο εξώστης σειόταν ολόκληρος, χειροκροτήματα, φσσστ, φσσστ…

Η τελευταία σκηνή της ταινίας, όλων εκείνων των ταινιών, ήταν πάντοτε πληθωρική, γάμοι, νυφικό, ευτυχισμένοι καλεσμένοι, άφθονο ρύζι, χαρτοπόλεμος κλπ. Βέβαια τα κοστούμια ήταν τότε πανάκριβα, οπότε μόνο οι πρωταγωνιστές ήταν κάπως ντυμένοι της προκοπής, οι κομπάρσοι με τα ίδια τριμμένα σακκάκια που εφάρμοζαν σαν σακιά πάνω τους, συνήθως πολύ μεγάλης ηλικίας για να έχουν συγχρωτισμό με νέους ανθρώπους, αλλά αυτό δεν έπαιζε κανέναν ρόλο στο τέλος. Ευτυχισμένοι ήμασταν όλοι εμείς, εγώ κι εσύ, οι απλοί άνθρωποι, γιατί το εμπορικό δαιμόνιο του σεναριογράφου και του σκηνοθέτη μας άφηνε να κερδίσουμε, να πάρουμε την εκδίκησή μας στο πανί. Στα ψέματα…

γεύσεις…

 

ανοίγω ξαφνικά ένα βιβλίο που είχα διαβάσει παλιά… αναπάντεχη συνάντηση με ένα παρελθόν βιωματικό… θυμάμαι μου είχε αρέσει ο συγγραφέας… η γλώσσα του και τα βλέμματα που σχηματίζονταν στο κείμενο…

έξαφνα πέφτω σε κάτι που έχω γράψει με μολύβι…
στα μικρά περιθώρια του χαρτιού, εκεί που βρίσκει κανείς γραμμένες τις καλύτερες ιδέες… σημειώσεις που δεν θυμάται τι σημαίνουν πλέον… ίσως κάτι αξιομνημόνευτο… τι να ήθελα να πω τότε… ούτε η παράγραφος που διάβασα μου λέει πολλά πλέον… γιατί να είχε συνεπάρει τότε… ποιό σκιερό σημείο της ψυχής μου να φώτισε…

ψάχνω να βρω σημειολογικά δεδομένα… μάταιη θέση για πέννα σχηματίζεται στο χέρι που ξεκουράζεται αμήχανα απέναντι από το πληκτρολόγιο… δεν θυμάμαι τι να ήταν αυτό που σημείωσα… σχεδόν δεν θυμάμαι λεπτομέρειες σημαντικές από το βιβλίο…

το βάζω αμήχανα στη βιβλιοθήκη, σε ένα αδιάφορο ράφι… εκεί με άλλα πολλά ξεχασμένα… να περιμένουν μια νέα συνάντηση μαζί μου σε ένα μελλοντικό χρόνο… ελπίζοντας…

Τι να είναι μια αρχή… ίσως τίποτε αξιόλογο… τα πρώτα μας βήματα στο προαύλιο της πρώτης δημοτικού, η πρώτη μέρα στο Πανεπιστήμιο, η πρώτη μέρα κατάταξης στο κέντρο εκπαίδευσης  στο στρατό, ή και εκεί που αναμένουμε κάτι να γίνει… Στην πραγματικότητα δεν είναι οι αρχές που κάνουν το σημαντικό αλλά όλες οι λεπτομέρειες που θα ακολουθήσουν και χτίζουν τον κόσμο μας… Πόρτα...

Welcome to WordPress.com. After you read this, you should delete and write your own post, with a new title above. Or hit Add New on the left (of the admin dashboard) to start a fresh post.

Here are some suggestions for your first post.

  1. You can find new ideas for what to blog about by reading the Daily Post.
  2. Add PressThis to your browser. It creates a new blog post for you about any interesting  page you read on the web.
  3. Make some changes to this page, and then hit preview on the right. You can always preview any post or edit it before you share it to the world.